Η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου για κοτόψειρες δεν εξαρτάται μόνο από τη μορφή του προϊόντος, αλλά κυρίως από τη δραστική ουσία που περιέχει. Κάθε ουσία στοχεύει διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς των παρασίτων και, κατά συνέπεια, παρουσιάζει διαφορετικό επίπεδο αποτελεσματικότητας απέναντι σε ψείρες, ακάρεα και άλλα εξωπαράσιτα των πτηνών.
Επομένως, η κατανόηση του τρόπου δράσης κάθε δραστικής ουσίας μπορεί να βοηθήσει τον εκτροφέα να επιλέξει την καταλληλότερη λύση για το κοπάδι του.
Fluralaner: Η νεότερη γενιά αντιπαρασιτικής προστασίας
Το fluralaner ανήκει στην κατηγορία των ισοξαζολινών (isoxazolines) και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην καταπολέμηση των εξωπαρασίτων των πτηνών.
Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά εντομοκτόνα επαφής, το fluralaner δρα συστηματικά. Αυτό σημαίνει ότι απορροφάται από τον οργανισμό του πτηνού και κυκλοφορεί μέσω του αίματος. Στη συνέχεια, όταν το παράσιτο τραφεί από το πτηνό, προσλαμβάνει τη δραστική ουσία και εκτίθεται στις επιδράσεις της.
Πιο συγκεκριμένα, το fluralaner δεσμεύεται σε ειδικούς υποδοχείς GABA και γλουταμινικού οξέος που βρίσκονται στο νευρικό σύστημα των ακάρεων. Ως αποτέλεσμα, διαταράσσεται η φυσιολογική μετάδοση των νευρικών σημάτων, γεγονός που οδηγεί αρχικά σε παράλυση και τελικά σε θάνατο του παρασίτου.
Επιπλέον, το fluralaner παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή αποτελεσματικότητα έναντι του κόκκινου ακάρεος των ορνίθων (Dermanyssus gallinae), ενός από τα πιο σημαντικά παράσιτα στις επαγγελματικές και ερασιτεχνικές εκτροφές.
Παράλληλα, το γεγονός ότι η δραστική ουσία δρα μέσω του αίματος επιτρέπει την εξόντωση ακάρεων που βρίσκονται κρυμμένα σε σχισμές και καταφύγια και εμφανίζονται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας για να τραφούν.
Περμεθρίνη (Permethrin)
Από την άλλη πλευρά, η περμεθρίνη αποτελεί μία από τις πλέον διαδεδομένες δραστικές ουσίες στα φάρμακα για κοτοψείρες.
Η ουσία αυτή ανήκει στα συνθετικά πυρεθροειδή και δρα επηρεάζοντας τα κανάλια νατρίου των νευρικών κυττάρων των παρασίτων. Ως αποτέλεσμα, προκαλείται συνεχής νευρική διέγερση, η οποία οδηγεί σε απώλεια συντονισμού, παράλυση και τελικά θάνατο.
Επιπλέον, η περμεθρίνη εμφανίζει γρήγορη δράση και συχνά προσφέρει υπολειμματική προστασία για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή.
Δελταμεθρίνη (Deltamethrin)
Παρόμοιο μηχανισμό δράσης παρουσιάζει και η δελταμεθρίνη. Ωστόσο, θεωρείται πιο δραστική σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
Ειδικότερα, η δελταμεθρίνη διαταράσσει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος των παρασίτων, προκαλώντας υπερδιέγερση των νευρώνων. Κατά συνέπεια, τα παράσιτα ακινητοποιούνται γρήγορα και τελικά πεθαίνουν.
Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως τόσο σε πτηνά όσο και σε εφαρμογές απολύμανσης και προστασίας του περιβάλλοντος του κοτετσιού.
Κυπερμεθρίνη (Cypermethrin)
Επιπροσθέτως, η κυπερμεθρίνη αποτελεί ένα ακόμη συνθετικό πυρεθροειδές με ευρύ φάσμα δράσης.
Όπως και οι υπόλοιπες ουσίες της ίδιας κατηγορίας, επηρεάζει τη μετάδοση των νευρικών ώσεων, οδηγώντας σε υπερδιέγερση, σπασμούς και τελικά παράλυση των παρασίτων.
Συνεπώς, χρησιμοποιείται συχνά σε περιπτώσεις έντονης προσβολής από ψείρες, ψύλλους και ακάρεα.
Ιβερμεκτίνη (Ivermectin)
Παράλληλα, η ιβερμεκτίνη αποτελεί μία από τις πιο γνωστές αντιπαρασιτικές ουσίες παγκοσμίως.
Σε αντίθεση με τα πυρεθροειδή, η δράση της βασίζεται στη σύνδεση με ειδικούς διαύλους χλωρίου που υπάρχουν στα νευρικά και μυϊκά κύτταρα των παρασίτων.
Ως αποτέλεσμα, τα παράσιτα χάνουν την ικανότητα κίνησης και σίτισης. Τελικά, επέρχεται παράλυση και θάνατος.
Ωστόσο, η χρήση της στα πτηνά θα πρέπει πάντοτε να γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του κτηνιάτρου και το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.
Γιατί εμφανίζονται ανθεκτικά παράσιτα;
Τα τελευταία χρόνια, η συχνή χρήση των ίδιων δραστικών ουσιών έχει οδηγήσει στην εμφάνιση πληθυσμών παρασίτων με αυξημένη ανθεκτικότητα.
Με άλλα λόγια, ορισμένα άτομα επιβιώνουν μετά τη θεραπεία και μεταβιβάζουν τα χαρακτηριστικά αντοχής στους απογόνους τους. Ως αποτέλεσμα, η αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων σκευασμάτων μειώνεται σταδιακά.
Για τον λόγο αυτό, πολλοί ειδικοί προτείνουν εναλλαγή δραστικών ουσιών, συνδυασμό μέτρων βιοασφάλειας και τακτική απολύμανση του κοτετσιού.
Επιπλέον, η σωστή δοσολογία και η επανάληψη της θεραπείας όταν απαιτείται αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την πλήρη εξάλειψη των κοτοψειρών.
